Το παραμύθι της βροχής

Ετικέτες

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Η Συνοικία του Αραστά… Η Παναγιά του Φόρου ή Αραστέ Τζαμισή!



Tης Ελένης Μπετεινάκη*

Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό  μια αγορά στην πόλη του Ηρακλείου που έβρισκες να αγοράσεις  μεταξωτά υφάσματα και χίλια δύο καλούδια. Κι είχε ένα όνομα παράξενο, αλλιώτικο , μα όλοι το θυμούνταν. Αραστά τη λέγανε που σήμαινε πλήθος ομοειδών εμπορευμάτων ή στοά. Τούτο το όνομα της δόθηκε στα χρόνια του Τουρκοκρατούμενου Κάστρου εκεί γύρω στα 1900 κι ο λόγος,  γιατί εκεί ήταν κάποτε μια εκκλησιά, που έγινε μεγάλο τζαμί,το Αραστέ ή Αραστά Τζαμισή

Οδός 1821 ...έτος 2017
Άφησα το ποδήλατο λίγο έξω από τη Βικελαία Βιβλιοθήκη Ηρακλείουκι άρχισα να ανηφορίζω σιγά σιγά προς την οδό 1821. Χαράματα ήταν σχεδόν, την ώρα που η πόλη κοιμάται και μπορείς με ησυχία και χωρίς αδιάκριτα βλέμματα να παρατηρήσεις καλύτερα τα σημάδια, να αφουγκραστείς την ιστορία, το παρελθόν, παρέα πια μόνο με το φύσημα του αέρα που τούτες τις μέρες λυσσομανά και σηκώνει ψηλά ό, τι βρει στο διάβα του. Κι εκεί στην αρχή αρχή της σημερινής οδού ξαφνικά σαν να γύρισε πίσω ο χρόνος. Την είδα μπροστά μου  εκείνη την υπέροχη κρήνη του Αραστά ή Ρεϊς Εφένδη. Σκεπασμένη με τρούλο μικρό με τοξωτά καγκελόφραχτα παράθυρα. Σαν να άκουσα το νερό να τρέχει γάργαρο κι άρχισαν χίλιες δυο εικόνες να ξεπηδούν στη φαντασία μου. Κτισμένη στον τοίχο του ομώνυμου τζαμιού της άλλοτε ενετικής Μεγάλης εκκλησιάς Ορθόδοξης  και Καθολικής μαζί, της Παναγίας του Φόρου ή Madonnina.Υπήρχε στην πόλη από τα 1482  και είχε και άλλα ονόματα όπως Παναγία της Πλατείας ή της Αγοράς  ή Piazza delle Erbe που σήμαινε  πλατεία των δημητριακών. Σαν να άκουσα τους Ιερείς να ψάλουν πίσω από την Άγια Τράπεζα για τους εμπόρους της Αγοράς, σαν κάθε μέρα, εκεί προς το ανατολικό της μέρος. Και λίγο πιο πίσω ήταν οι άλλοι Ιερείς οι καθολικοί, που έψελναν για τους δικούς τους, παράλληλα….Κι ήρθαν οι Τούρκοι κι άλλαξαν όλα, κι έγινε η εκκλησιά τζαμί , τέμενος αφιερωμένο στον Ρεϊσούλ Κιουτάμπ Χατζή Χουσεΐν Εφέντη . Κι ύστερα  σαν φύγανε  όλοι το ΄παν   «Αραστάς».

Οδός Αργυράκη...έτος 2017
 Ένα περιστέρι με ξάφνιασε από τις θύμησες και σαν να ξύπνησα από έναν άλλο κόσμο. Το ξενοδοχείο El Greco ήταν μπροστά μου. Κι όχι η έξοδος της στοάς. Σάστισα, δεν μπορεί είπα κάτι θα σώζεται, μια πέτρα, μια κολόνα, κι όμως … τίποτα.  Συνέχισα να περπατώ, να καταλάβω ίσαμε που έφτανε όχι μόνο η εκκλησιά αλλά ολόκληρη η συνοικία που ΄χε το ίδιο όνομα κι έστριψα από την Μονή Οδηγήτριας. Έμπαινα στην καρδιά της συνοικίας και ένοιωθα  πάλι να χάνομαι στις δικές μου εικόνες. Είδα  ένα … «παλιό μεγάλο κονάκι που εδώ και χρόνια αντηχούσαν στους οντάδες του οι χαρές και τα γέλια. Σ’ αυτό ακούγονταν οι ανατολίτικοι αμανέδες μαζί με τα τσαρσιά και τα ντέφια που βαρούσανε και τα λαούτα κάθε νύχτα ραμαζανιού και κάθε γιορτής του μπαϊράμι…», όπως έγραψε κάποτε ο Δερμιτζάκης. Κι εκεί στην Οδό Κατεχάκη, τη σημερινή, είδα την μεγαλόπρεπη είσοδο της εκκλησιάς ή μάλλον του Τζαμιού με δυο βαρελάδικα δεξά και ζερβά της αντίστοιχα. Ίσαμε δέκα μικρομάγαζα μέτρησα… στο Μπεζεστέν μέσα, στην Πέτρινη κλειστή αγορά. Υφάσματα μεταξωτά, χρώματα που ζαλίζανε το νου και την ψυχή κι άνθρωποι με χαμόγελα που προσπαθούσαν να πουλήσουν τα πολύτιμα υφάσματα τους. Σε μια στενή δίοδο προς το Βορρά, την έξοδο, μύρισα άρωμα καφέ ξακουστό χαρμάνι από το τεράστιο χαβάνι του Αρμένη Μιχάλακα. Πιο πέρα προς τα Δυτικά είδα τους ναργιλέδες να ετοιμάζονται στο καφενείο του Παύλου  κι ο κυρ Νίκος ο Σαριδάκης να φτιάχνει  τους μεζέδες του στο μικρό ουζερί του με την τραγιάσκα και την ποδιά στη μέση την υφαντή! Με μια δραχμή έπινες το ουζάκι σου κι είχες εκλεκτό μεζέ να το συνοδεύει…
Παναγία του Φόρου, 1961

Γράφει ο  Δημήτρης ο Σάββας σε παλαιότερο άρθρο του στην Πατρίς από αφήγηση του Μανόλη Μαρκάκη: 

«…η ταβέρνα του Αρίστου, γνωστή για τις νοστιμιές της, τις απλές και ωραίες: ελιές, βρεχτοκούκια, καλό παξιμάδι, όσπρια, κοιλιά κοκκινιστή και ομορφοτηγανισμένη συκωταριά. Πάντα όλα αυτά συνοδευόμενα από καλή ρακή αλλά και εξαιρετικό πεδιαδίτικο συνήθως κρασί!
Στη στοά του Αραστά ήταν κι ένα άλλο καφενείο του Αντώνη του Κουμαντάκη όπου εκεί σύχναζαν Τσιγγάνοι οι οποίοι ήταν αρκετοί στην πόλη μας. Λέγεται ότι εκεί σύχναζε και μια τσιγγάνα, Ερασμία στο όνομα, μητέρα του τραγουδιστή Μανόλη Αγγελόπουλου. Επίσης στον Αραστά είχε το ραφείο του κάποιος ονόματι Καρύπης και ότι απέναντι από τη μια είσοδο της στοάς στην οδό 1821 εκεί που σήμερα φτιάχνουν λουκουμάδες ήταν το κατάστημα του καφέμπορου και αντιπροσώπου των τσιγάρων μάρκας Έθνους, του Βατίστα.

 
Λίγο πριν την κατεδάφιση...
“Μέσα στη στοά υπήρχαν και καρβουνιάρικα που πουλούσαν κάρβουνο στα νοικοκυριά και στα καταστήματα, υπήρχε έμβολο για μικροεπισκευές παπουτσιών κι εγώ πήγαινα τακτικά αφού ως πιτσιρικάς δούλευα στο κατάστημα τροφίμων Κωστόπουλου - Τσιτόπουλου στο μέσον της κεντρικής αγοράς όπως ανεβαίνουμε. Εκεί πήγαινα σαρδέλες, ή ρέγγες, ή λακέρδα, στην ταβέρνα του Αρίστου. Πάντα το παστό ψάρι ήταν και είναι ο “ρουφιάνος” για τα όσπρια, κάνει καλή παρέα στη γεύση, βοηθάει στο φαγητό! Ολόκληρη ιεροτελεστία γίνονταν στην αγορά όταν άνοιγε ο υπάλληλος το βαρέλι ή το κουτί με τις σαρδέλες. Άλλες εκείνες οι εποχές”. Τέλος μου αναφέρει ότι πολλές φορές θαμώνας του Αραστά ήταν ο Ανδρέας ο Σκουλικάρης*. Κάποιοι τον έφερναν εκεί, τον τάιζαν, τον πότιζαν και ο Ανδρέας με το δικό του μοναδικό τρόπο ξεδίπλωνε το πλούσιο ταλέντο του!

Αραστάς
( *ο Ανδρέας Σκουλικάρης, γραφικός τύπος του Μεγάλου Κάστρου, ήταν χαρακτηριστική φιγούρα του Αραστά, μετρίου Αναστήματος, που εξέπληττε τους πάντες με την διαύγεια του και την ευστροφία του. )
Όλος ο παλμός της πόλης  ήταν εδώ  γύρω   από τον Αραστά, το πέτρινο κτίριο , τα  κρεοπωλεία, τα γιατράδικα, τα Ντερμιτζίδικα….

Κι έστρεψα το βλέμμα μου ξανά   κι είδα το  βιβλιοχαρτοπωλείο του Στυλιανού Μ. Αλεξίου παππού του αείμνηστου καθηγητή Πανεπιστημίου  Στυλιανού Αλεξίου “…Το Βιβλιοχαρτοπωλείον Στυλ. Μ. Αλεξίου κείμενον εν οδώ Αραστά είναι ήδη εφοδιασμένον από πάντα τα διδακτικά βιβλία, τα εφέτος εγκριθέντα, Γυμνασίων, Ελληνικών σχολείων, Παρθεναγωγείων και Δημοτικών σχολείων. Επίσης εις το αυτό κατάστημα ευρίσκονται εν αφθονία άπαντα τα γραφικά είδη και λοιπά χρειώδη των σχολείων. Παρακαλούνται δε οι πελάται του καταστήματος τούτου να διευθύνωσι σαφώς τας επιστολάς και παραγγελίας των…».**

Στην περιοχή του Αραστά βρισκόταν και το σπίτι των Αλεξίου. Εκεί βρισκόταν και το λεγόμενο « Στούντιο » το γραφείο του  Λευτέρη Αλεξίου, πόλος έλξης φίλων, γνωστών και λογίων επισκεπτών της Κρήτης κατά το μεσοπόλεμο.

Φωτ: Λιάνα Σταρίδα, εσ, τοξοστοιχία Madoninna
Τον κύκλο έκανα κι ήρθα πάλι στην σημερινή πλατεία του Νικηφόρου Φωκά. Όλα άλλαξαν, τίποτα το παλιό, τίποτα,μόνο αναμνήσεις, γραφόμενα και εικόνες φαντασίας ή πραγματικές λιγοστές, όσες έμειναν. Προχώρησα ίσαμε τα «Αχτάρικα», τα αρωματοπωλεία. Έψαχνα εκείνο το άρωμα που φέρνει νοσταλγία και δεν ξεχνιέτα. Όμως κι εκείνα δεν υπάρχουν πια, θύμηση είναι και γραφή …Mια άλλη ιστορία!
Ο Ναός του Φόρου  ή Αραστά Τζαμησί  ή  Κλειστή Αγορά , ο Αραστάς, είχε χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο με διάταγμα της 18-3-1947.Επειδή όμως είχε κάπως ερειπωθεί  αποχαρακτηρίστηκε στις 25-8-1961  και κατεδαφίστηκε το 1963.και κατεδαφίστηκε το 1961. Στη θέση του κτίστηκε το ξενοδοχείο Ελ Γκρέκο. Στις ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν κατά την κατεδάφιση, κάτω από το μνημείο αποκαλύφθηκε ναός της Β΄ Βυζαντινής περιόδου . Έτσι χάθηκε άλλο ένα μέρος της ιστορίας μας, άλλο ένα κομμάτι τη πόλης του Χάνδακα, του Μεγάλου Κάστρου,  του Ηράκλειου με τον πιο απίστευτο τρόπο… οριστικά! 

Οδός Κατεχάκη...έτ0ς 2017
Πήρα πάλι το ποδήλατό μου, τις αναμνήσεις μου, τις σημειώσεις μου και …κατηφόρισα προς το λιμάνι, στην Οδό Πλάνης , την πολύπαθη κι αγαπημένη. Να διώξω το θυμό μου ήθελα για όλα εκείνα τα παράδοξα που συμβήκανε κάποτε. 

Μια καλημέρα είπα στην Δούκισσα, τη γάτα των ερειπωμένων Ενετικών Μνημείων του Κέντρου… Εκεί ήταν , που να πάει και αυτή… Ίσαμε να γκρεμιστούν όλα!

ΠΗΓΕΣ:
Χωρογραφία της Κρήτης, Ζαχαρία Πρακτικίδη, ΤΕΕΚ, 1983
Οι σπουργίτες των πεζοδρομίων, Δημήτριος Σάββας, εκδ. Δοκιμάκης, 2009
Από όσα θυμούμαι το παλιό Κάστρο, Μανόλης Δερμιτζάκης, εκδ.Δοκιμάκης, 2008
Υπήρχε μια πόλη, Λιάνα Σταρίδα, εκδ. Ιτανος, 2013
Λευτέρης Αλεξίου, ο ποιητής, επιμέλεια Δημήτρης Δασκαλόπουλος, σειρά οι Λησμονημένοι του τόπου, εκδ. Δοκιμάκης, 2011
 Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ
Λες και ήταν Χθες, Δημ. Σάββας, εκδ. Βικελαία
Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου
Άγνωστες γωνιές στο Δήμο Ηρακλείου www.facebook.com/pages
 http://history.heraklion.gr 
**εφημερίδα “Νέα Ελευθερία” στο φύλλο της  5ης Οκτωβρίου 1903

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 21 Αυγούστου 2017 :  https://www.patris.gr

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Kι αν σου μιλώ με παραμύθια…



Tα παραμύθια του Σαββάτου….γράφει η Ελένη Μπετεινάκη*

Kι αν σου μιλώ με παραμύθια…

Τίτλος σειράς ολόκληρης και τίτλος …ζωής. Παραμύθια για μεγάλους και παιδιά. Λαϊκές αφηγήσεις, διασκευές από μια παραμυθού του κόσμου. Ένα μικρό αφιέρωμα στην Λίλη Λαμπρέλλη που η ζωή της, η ζωή μας, είναι πλεγμένη και δεμένη  με τα ακούσματα χιλιάδων χρόνων που έφτασαν ίσαμε με τις μέρες   μας με προφορικές παραδόσεις και γραφές κι αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του πολιτισμού, της ζωής, των ζωντανών.
Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε το αριστουργηματικό της πόνημα :Μικρό Αλφαβητάρι Αφήγησης*. Ένα βιβλίο για μυημένους και μη παραμυθάδες, γονείς και εκπαιδευτικούς. Ένα βιβλίο που κρύβει μέσα του σοφία, γνώση και μπόλικη ψυχή. 

 *«…Πιστεύω κι εγώ πως λέμε παραμύθια για να καθαρίσουμε το μαύρο μας αίμα από την αγριάδα της καθημερινότητας. Λέμε παραμύθια για να απαλλαγούμε από την τοξικότητα των ανθρώπων που μας τσιγκλάνε να προχωρήσουμε στη μιζέρια, που μας τσιγκλάνε να τους μοιάσουμε ή τουλάχιστον να τους αποδεχτούμε ή να τους απορρίψουμε, ώστε με κάποιο τρόπο να είμαστε σφιχταγκαλιασμένοι  μαζί τους. Λέμε παραμύθια για να αντέξουμε να κρατήσουμε σε απόσταση μια κενή κοινωνικότητα που, αν αφεθούμε αυτήν θα χάσουμε το αληθινό μας πρόσωπο. Λέμε παραμύθια για να αντισταθούμε στην πίεση όσων μας ζητάνε να τους « στηρίξουμε »στους φόβους και τις επιλογές τους , ενώ προσπαθούμε να δαμάσουμε τους δικούς μας φόβους…»

Αχ σοκολάτα, Λίλη Λαμπρέλλη, εικ :Βάσω Ψαράκη, εκδ. Πατάκη

Μια φορά κι ένα καιρό σε μια εποχή που ήταν κάπως στερημένη και μίζερη,  αιτία  δεν ήταν τα  διαμαντικά και τα χρυσάφια που λίπανε μα κάτι πιο σπουδαίο που γλύκαινε τις ψυχές των ανθρώπων. Δεν υπήρχε ….σοκολάτα. Καλά ακούσατε, κανένας  δεν την ήξερε, κανένας δεν την είχε ακόμα ανακαλύψει και …γευτεί. Σ’  αυτήν τη εποχή ήταν και μια χώρα ηλιόλουστη με βασιλιά, βασίλισσα, αυλικούς και κόσμο πολύ και μια βασιλοπούλα που διέφερε απ όλες  τις γνωστές των παραμυθιών. Όχι για τα κάλλη και την ομορφιά ή εξυπνάδα της μα γιατί ήταν λαίμαργη πολύ, κι όταν λέμε πολύ, εννοούμε  ΠΟΛΥ! Στο παλάτι ζούσε κι ένας παραγιός που δούλευε σκληρά στις κουζίνες και σαν έφτανε η νύχτα με το φως του λυχναριού όλο διάβαζε. Σαν κοιμόταν πάλι έβλεπε στον ύπνο του τούτη την λαίμαργη βασιλοπούλα γιατί την αγαπούσε αλλά ήξερε πως ήταν δύσκολο να την πλησιάσει … Ίσαμε ένα βράδυ που η λιχούδα βασιλοπούλα τρύπωσε  στη γωνιά του μαγερειού για να γευτεί τις λιχουδιές προτού ξημερώσει. Κι έφτασε εκείνη η μια και μοναδική στιγμή που ανταμώσανε  τα μάτια των δυο νέων. Κι όλοι ξέρουμε πως μια σπίθα είναι αρκετή για να ανάψει τη  φλόγα της αγάπης. Όμως όπως όλες οι αγάπες που δεν είναι αρεστές στους γονείς , σαν δε  συμφωνούν με τα δικά τους γούστα και κριτήρια και τούτη ήταν καταδικασμένη από την αρχή… Μόνο που η λαίμαργη βασιλοπούλα σκέφτηκε κάτι μοναδικό . Ένα αγώνα ζαχαροπλαστικής , για το «χέρι» της,  για το ποιος θα έφτιαχνε το πιο σπουδαίο γλυκό και να την κάνει βασίλισσά του.
Κι άρχισαν να συρρέουν οι υποψήφιοι και να γλυκαίνει το παλάτι και να ζουν όλοι σε ρυθμούς ξέφρενους  με περισσή πολυτέλεια. Τόση  που ο παραγιός φοβήθηκε πως η δική του συνταγή δεν θα άξιζε  καθόλου. Το ταπεινό του παντεσπάνι θα «σκεπαζόταν»  από των ξακουστών μαγείρων και πριγκιπόπουλων και δάκρυα  μαύρα κύλησαν από τα ματιά του, πυκνόρρευστα και γλυκόπικρα σαν την  αγάπη… Και τότε…
Τότε όλα γινήκανε γλυκά, σαν τούτο δω το σοκολατένιο παραμύθια της Λίλης Λαμπρέλλη. Γλυκό, πρωτότυπο, γευστικότατο και πολύ παραμυθένιο το κείμενο που ΄χει όλα τα καλά στοιχεία ενός παραμυθιού. Βασιλιάδες και δοκιμασίες απλές αλλά πολύ κατανοητές και «γήινες» για τα παιδιά. Με βασιλοπούλες που μπορεί να έχουν « ελαττώματα» όπως οι απλοί άνθρωποι και νέοι που με τη δύναμη των χεριών του μυαλού και της αγάπης τους μπορούν να καταφέρουν τα άπιαστα. Για να μην εγκαταλείπει κανείς τα όνειρά και τους στόχους  του, για την επιμονή και το θάρρος.
Το παραμύθι πάνε χρόνια που γράφτηκε , όμως παραμένει επίκαιρο και πάντα αγαπημένο, σαν σοκολάτα που σαν εθιστείς στη γεύση της δύσκολα την αφήνεις. 

Εξαιρετική εικονογράφηση από την Βάσω Ψαράκη μιας άλλης εποχής με χρώμα ατ και μορφές …σοκολατένιες!

Έχει βραβευτεί από Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και κυκλοφορεί  από τις εκδόσεις Πατάκη

Για παιδιά από 5 χρονών…

Η γυναίκα με τα χέρια από φως (εφτά παραμύθια σχέσης από την προφορική παράδοση) Λίλη Λαμπρέλλη, εκδ. Πατάκης

«Eίμαι παραμυθού»…. γράφει στον πρόλογο του βιβλίου της η Λίλη Λαμπρέλλη. Ναι, είναι και μάλιστα από τις καλύτερες στο είδος της, για να μην πω …η καλύτερη. Είναι όμως και μοναδική συγγραφέας και  έφτιαξε μια συλλογή από ακούσματα παλιών καιρών με ιστορίες του κόσμου που μιλούν για την αιώνια σχέση των ζευγαριών. Και πιο πολύ για τη γυναικεία πλευρά των σχέσεων μιας κι εκείνη το πιστεύει  αυτό κι εμείς,  πως όλες οι γυναίκες έχουν χέρια από φως, αρκεί να το  καταλάβουν, να νοιώθουν, να θέλουν…
Παραμύθια λαών… Ιστορίες Ανθρώπων, « πνεύματα » για τιυς Αφρικανούς. Ιστορίες που κανείς δεν ξέρει από πού ξεκίνησαν , που και ποιος τις  ταξίδεψαν με τα χρόνια, τους αιώνες. Πως και που τα αφηγήθηκαν οι παραμυθάδες του κόσμου κι έφτασαν άραγε σε τι μορφή σε μας; Κι έχουν εκείνη τη σοφία των γήινων, των απλοϊκών σοφών που τους δώσανε αξία και τα πλούτισαν ακόμα πιο πολύ, όπου νόμιζαν πως χρειάζονταν.
Κι αφού τα λαϊκά παραμύθια είναι πλάσματα ζωντανά αφήστε τα να μπουν στη ζωή σας, μας προτρέπει η αγαπημένη Λίλη. Αφήσετε τις μεγάλες κουβέντες των απλών σοφών να φωλιάσουν μέσα σας, τις μικρές ιστορίες των ανεξήγητων, της αλήθειας, της παρηγοριάς της γλώσσας της πολύγραφης  και της ποίησης του κόσμου.
Κι είναι τα παραμύθια της συλλογής ξεχωριστά και πολύτιμα όλα τους. Κι όπως γίνεται συνήθως πάντα, έχουν κι αυτά τη δική τους δύναμη, ιστορία κι αποκούμπι .
Τρεις τρίχες λύκου είπε η μάγισσα, ζωντανού, θα ξαναφέρει τον άνδρα στην αγκάλη της γυναίκας. Θα νικήσουν το φόβο, το θυμό, την απελπισία, τον ήχο του πολέμου. Τρεις τρίχες, το θάρρος, η υπομονή  και η δύναμη της ψυχής και της αγάπης…
Η γυναίκα του Σοολυνλάν που έρχεται από τις στέπες της Σιβηρίας μιλεί για τη δύναμη μιας προδομένης γυναίκας από αγάπη…
Το χρυσοκόκκινο φίδι έρχεται από την Αφρική και τις συλλογές του μεγάλου δάσκαλου της Λίλης του Ανρί Γκουγκό και είναι ένα παραμύθι « κύκλος» ζωής – αγάπης – ύπαρξης – ζευγαρώματος…
Το όνομα, έχει την χάρη και την μουσική της Αιτής, της πατρίδας του και μιλάει για τη σημασία που  έχει η ταυτότητα, το είναι , η ονοματοδοσία, η αναγνώριση από τον άλλο…
Το μαγικό ταμπούρλο μας έρχεται από την Χώρα του πάγου , των Εσκιμώων κι έχει βαθιά ακουμπήσει  το νόημα της αναγέννησης από τις στάχτες, τα κόκκαλα, από το τίποτα…
Κι έρχεται εκείνο το παραμύθια για τη γυναίκα με τα χέρια από φως για να μιλήσει για τον εγωισμό, την αλαζονεία, την υπεροψία …την αγάπη. Να μιλήσει για τη « Φωτεινή» που έχει τη δύναμη θεού στα χέρια και την ψυχή σαν αγαπά, σα νοιάζεται , σαν γίνεται θυσία… Ίσαμε να την πληγώσει ο ίδιος άνθρωπος που λάτρεψε και να χαθεί ο ίδιος στο σκοτάδι… Εκείνη θα μείνει  πάντα με το φως στα χεριά γιατί η αγάπη δεν χάνεται ποτέ… Χαρίζεται μόνο και αλίμονο σε εκείνον που την παραμερίσει, δεν την δει, δεν νοιώσει…
Όσο για το τελευταίο παραμύθι, την  Σαλιλά, δύσκολο να μην κλάψεις, δύσκολο να μην νοιώσεις βαθιά τον πόνο, την μοναξιά, τη σιωπή και πάλι την αγάπη.
Παραμύθια για μεγάλους που τόσο τα ΄χουμε  ανάγκη. Ιστορίες μαγικές που αγκαλιάζουν την ψυχή που ΄χουν κάθαρση στα λόγια και στα κατασταλάγματα. Όπως όλα τα παραμύθια με ή χωρίς μαγικά, με ή χωρίς αφέντες ή βασιλιάδες, δράκους κι αερικά. Μα μήπως δεν τα κουβαλά ο καθένας μέσα του όλα τα στοιχειά κι όλα τα καλά που του χαρίζει η φύση; Τρόπο θέλει να ξεσκεπαστούν, να απλώσουν, να θεριέψουν …
Ο, τι και αν πω για τη Λίλη Λαμπρέλλη θα  είναι  λίγο. Λόγος που ρέει, εικόνες που μεταφέρουν την ψυχή σε άλλους κόσμους. Θα΄θελα μόνο να την ακούσω μια φορά να λέει  κάποιο απ΄αυτά  και ξέρω πως θα είναι καθηλωτικό. 

Όταν θαυμάζεις πολύ έναν άνθρωπο  δεν μπορείς  σίγουρα να είσαι αντικειμενικός , όμως πραγματικά δεν βρήκα ούτε ένα ψεγάδι στη γραφή, ούτε μα παραφωνία στο λόγο. Όλα γραμμένα στρωτά, με ψυχή  και  αγάπη περισσή. Διαβάζεις τα μικρά βιβλία και θες να μην τελειώσουν ή τα ξαναρχίζεις πάλι κι ανακαλύπτεις ένα σωρό καινούργια πράγματα… 

Σαν επίλογο θα  δανειστώ τα ίδια της τα λόγια : «…Το λοιπόν, τέρμα οι συστάσεις και αρχή των παραμυθιών. Βούβες κι όλα αυτιά! Καλησπέρα της Αφεντιάς σας!»

Για μεγάλους και παιδιά…

Δέκα και ένα παραμύθια σοφίας για καιρούς κρίσης και άλλων δεινών, Λίλη Λαμπρέλλη, εκδ. Πατάκης

Δέκα και μια  ιστορίες διασκευασμένες από την πιο τεχνίτρια των παραμυθιών, της λαϊκής ρήσης και των καλών ιστοριών. Για εκείνα τα μετέωρα βήματα που κάνουμε όλοι σαν μεγαλώνουμε, σαν θέλουμε να αλλάξουμε , σαν βιώνουμε τα άσχημα και τα όμορφα της ζωής. Παραμύθια του κόσμου, της ζωής, της ψυχής. Ιστορίες πολύτιμες, έντεκα στον αριθμό που η μοναδική Λίλη  Λαμπρέλλη τις ξαναγράφει με το δικό της τρόπο.Kαι μπαίνεις για λίγο σε έναν άλλο κόσμο, και  την  φαντάζεσαι να τα αφηγείται, να μας μαγεύει με τη φωνή και την ομορφιά του λόγου της.
Αναζητήσεις μεγάλων απαντήσεων, των σχέσεων, της πεθυμιάς και της Αγάπης μέσα από το λόγο του παραμυθιού. Παραμύθια του γάμου μα και του θανάτου. Της άμμου που φοβάται να « σηκωθεί» μοναχή, να χάσει τη βολή, να τολμήσει, να  ταξιδέψει  …ίσαμε.
Και μιλάνε ακόμα τούτα τα παραμύθια για την ευλογία, την τύχη ή την ατυχία που κάποιες φορές είναι δεμένες σαν αδελφές κι έρχονται για να χαρίσουν και να πάρουν το μερτικό τους. Εσύ πάλι πρέπει να μην  βαρυγκωμάς. Να δέχεσαι τη ζωή, όπως ορίζει, όπως έρχεται, γιατί είναι δώρο μοναδικό, με τα καλά και τα κακά της…
Κι είναι τα παραμύθια που λένε πάντα αλήθειες γεμάτα από βασιλιάδες με παράλογες απατήσεις και διαταγές που ΄χουν σαν στόχο τους να δείξουν την δύναμη της εξουσίας. Κείνα τα χρυσά δεκανίκια του ενός και μοναδικού  Βασιλιά στην πολιτεία του «παραλόγου» ήταν η αφορμή να μάθουν οι άνθρωποι να υπακούν, να ζουν σκλάβοι ακόμα κι όταν η ελευθερία  ήταν  μέσα στα χέρια τους. Δεν γνώριζαν  πως να την χρησιμοποιήσουν γιατί  απλά δεν έμαθαν ποτέ να τολμούν, να σηκώνουν κεφάλι, να ζουν  χωρίς δεσμά. Είναι η συνήθεια δεύτερη φύση και χαράς σ΄αυτούς ς που τολμούν να πάνε παραπέρα. Μόνο που θέλει τρόπο και προσοχή γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σου συμβεί…
Κι είναι οι λέξεις που μπορούν στα βάθη τα απάτα να σε ρίξουν ή πάλι να σου δώσουν την δύναμη να ζεις, να προχωρήσεις, να καταφέρεις το άπιαστο… «Να γίνεσαι κουφός πάντα σε  ότι σε απελπίζει » ακόμα και αν είσαι μια μικρή κι ανήμπορη… ποντικίνα!
«Όταν η τύχη σε χαϊδέψει τόσο που πιο πολύ δε γίνεται, να το θυμάσαι, αυτό δεν μπορεί να μείνει έτσι για πάντα- σίγουρα θα αλλάξει. Κι όταν βρεθείς στον πάτο, ποτέ μην το ξεχνάς , κι αυτό σίγουρα θ΄ αλλάξει, γιατί δεν  έχεις άλλο δρόμο από αυτόν που σ΄οδηγεί γοργά ν΄ ανεβαίνεις.»
Κι αν πάλι συνήθισες τη ζωή πάνω σε στηρίγματα, να θυμάσαι πως θέλει μια στιγμή να «κυνηγήσεις» την δική σου ελευθερία, να προχωρήσεις μόνος σου χωρίς να βασίζεσαι σε κανένα  και τίποτα. Αρκεί να  το πιστέψεις και να κάνεις εκείνο το …παραπέρα!
Κι είναι η σοφία του κόσμου, των ανθρώπων τόμοι βιβλίων που κανείς δεν προλαβαίνει να κατανοήσει, να μάθει, να εφαρμόσει στη ζωή του γι αυτό κι η πιο σοφή κουβέντα είναι  αυτών που ξέρουν από νωρίς… Να ζεις τη στιγμή, την κάθε στιγμή σαν να είναι η τελευταία. Και ας ζουν μέσα σου δυο λύκοι που μάχονται ο ένας για το φως , την αποδοχή, τη συγχώρεση, την αλήθεια, τη χαρά κι ο άλλος για το σκοτάδι. Για την απόρριψη, την τσιγγουνιά, την εκδίκηση, την πίκρα και το ψέμα. Στο χέρι του καθενός μας  ποιον λύκο θα πρωτοταϊσει, ποιος θα θεριέψει πιο πολύ να σε οδηγήσει όπου εσύ αποφασίσεις.
Κι είναι γεμάτα από σοφά λόγια όλα τα παραμύθια της γνώσης. Ακόμα κι εκείνη την υστάτη στιγμή που είσαι λίγο πριν το τέλος και αναρωτιέσαι για τα βήματα, τα χνάρια της ζωής σου. Κι είναι  παρμένα από την ίδια τη ζωή κι έχουν περάσει χρόνοι χιλιάδες και λέγονταν από στόμα σε στόμα κι έφτασαν ίσαμε τις μέρες μας. Κι  είναι η Λίλη Λαμπρέλλη η  υφάντρα τους , στολίζοντας τα με ξόμπλια  και νήματα  και χρώματα ξεχωριστά. Να μπαίνουν μέσα στην ψυχή να αφήνουν το καταστάλαγμά τους πολύτιμο , σαν το νερό στη ζωή, σαν το βάλσαμο στην κάθε μέρα, στα δύσκολα μα και στα εύκολα των καιρών!

Για μεγάλους και παιδιά…

*Η Ελένη Μπετεινάκη είναι νηπιαγωγός

Βάζο με Δεκαπέντε Ηλιοτρόπια, Βίνσεντ Βαν Γκογκ…



Museum VAn Gogh Amsterdam 1888

Κάθε πίνακας και μια Ιστορία…

Βάζο με Δεκαπέντε Ηλιοτρόπια, Βίνσεντ Βαν Γκογκ…

Της Ελένης Μπετεινάκη*

"...Χρόνια αργότερα έναν Δεκαπενταύγουστο βρέθηκα στο μουσείο του Van Gogh στο Άμστερνταμ να θαυμάζω μαζί με χιλιάδες ανθρώπους τους περίφημους πίνακες του ζωγράφου και σαν στάθηκα μπροστά στον πολύ γνωστό του πια “Βάζο με δεκαπέντε  Ηλιοτρόπια» θυμήθηκα κείνα τα χρόνια στο πατρικό μου σπίτι, με τα ηλιοτρόπια της μητέρας μου και γέμισε η αίθουσα εικόνες άλλες και μυρωδιές ψητού, βασιλικού και λουλουδιών. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη μου και έψαξα την ιστορία « πίσω » από τον πίνακα…»*

Έτσι έγραφα πριν μερικές μέρες σε ένα μικρό αφιέρωμα στην Παναγιά τη  Βατιανή των Αρχανών και στη μητέρα μου. Έψαξα λοιπόν πολύ κι ήταν ακόμη πιο συγκλονιστικό να μάθω  πως η σειρά με τους πίνακες από Ηλιοτρόπια  που κοσμούν σε διάφορες παραλλαγές τους Μουσεία σε όλο  τον κόσμο φτιάχτηκε τον  Αύγουστο του 1888 στην πόλη Άρλ της Νότιας  Γαλλίας και μάλιστα ελάχιστες ημέρες μετά τον δικό μας Δεκαπενταύγουστο…

Εκεί στο κίτρινο σπίτι που έφτιαχνε για να φιλοξενήσει τον φίλο  και γνωστό σε όλους τους κύκλους της Γαλλικής Κουλτούρας,  Πωλ  Γκογκέν, ο Vincent Van  Gogh  σε μια σειρά επιστολών προς τον αδελφό του Τεό και στο άλλο φίλο του Εμίλ Μπερνάρ  αποκαλύπτει πτυχές της δημιουργίας του  «Βάζου με δεκαπέντε Ηλιοτρόπια»

Πρώτα απ όλα στέλνει μια επιστολή στον φίλο του γάλλο ζωγράφο Εμίλ Μπερνάρ που γνωρίζονται από το  καλοκαίρι του 1886. Γράφει λοιπόν στον ζωγράφο : « Σκέφτομαι να διακοσμήσω το ατελιέ μου με μισή ντουζίνα από πίνακες με ηλιοτρόπια. Τα καθαρά ή αναμειγμένα χρώματα θα ακτινοβολούν σε διαφορετικό γαλάζιο φόντο, από το ωχρό πράσινο του Βερονέζε στο μπλε ρουά και θα περιβάλλονται από λεπτές ταινίες ςμε πορτοκαλί περίγραμμα. Ένα είδος εφέ βιτρό γοτθικής εκκλησίας! Αγαπητοί μου φίλοι εμείς οι τρελούτσικοι, πόσο το απολαμβάνουμε με το μάτι, έτσι δεν είναι;» Β15, 18 Αυγούστου 1888

Είναι  η λαχτάρα του ζωγράφου για καινούργια χρωματιστά εφέ  και προχωρημένες συμβολικές έννοιες τόσο έντονη που λίγες μέρες μετά γράφει στον αδελφό του Τεό : «Ελπίζοντα σαν ζήσουμε σε ένα δικό μας ατελιέ, με τον Γκογκέν, θα ήθελα να προετοιμάσω τη διακόσμηση του. Τίποτε άλλο, μονάχα ηλιοτρόπια Δίπλα στην αποθήκη σου στο εστιατόριο  Ντιβάλ, στη  λεωφόρο Μονμάρτρ, ξέρεις ότι υπάρχει  μια όμορφη σύνθεση από λουλούδια. Πάντα θυμάμαι τα ηλιοτρόπια που είναι στη βιτρίνα. Όπως και να ΄χει , αν υλοποιήσω το πλάνο που έχω κατά νου , θα σχεδιάσω περίπου 12 πίνακες. Το σύνολο  λοιπόν θα είναι μια συμφωνία  μπλε και κίτρινου. Το δουλεύω  κάθε πρωί , ξεκινώντας από την ανατολή του ήλιου , διότι τα λουλούδια μαραίνονται νωρίς και σκοπός μου είναι να ολοκληρώσω αυτό που θέλω με μια μόνο προσπάθεια. » Επιστολή 526, 21 Αυγούστου 1888

Ωστόσο  πολλοί ήταν εκείνοι που πίστευαν πως ο Van Gogh είχε επιλέξει να ζωγραφίσει τα συγκεκριμένα λουλούδια λόγω του συμβολικού τους χαρακτήρα . Λένε πως οι ηλίανθοι είναι σύμβολο πίστης και μάλιστα της πίστης που συνοδεύεται από θαυμασμό και ίσως φτάνει στην υπερβολή Κι όπως έγραψε αργότερα στον κριτικό Οριέ , είχε φιλοτεχνήσει ειδικά τον πίνακα που φυλάσσεται σήμερα στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου γιατί ήθελε να δείξει την ευγνωμοσύνη του στον Γκογκέν που έμεινε μαζί του δύο ολόκληρους μήνες. Λένε πως για τα χρώματα του συγκεκριμένου πίνακα είναι τόση η καθαρότητα τους που μοιάζει να  είναι βουτηγμένος στο φως  του ήλιου μέχρι και σήμερα, σαν μια έκρηξη που αιχμαλωτίζει το βλέμμα. 



Ο Γκογκέν πήγε στην Άρλ κι αν κι ο Van Gogh θα γράψει αργότερα σε μια άλλη επιστολή στον αδελφό του πως «ο Γκογκέν είχε ξετρελαθεί με τα ηλιοτρόπια μου. Θα ακολουθήσει μια δραματική φιλονικία  εξαιτίας της κατάθλιψης από την οποία έπασχαν αμφότεροι,  με αποτέλεσμα ο Van Gogh να κόψει μέρος του αριστερού αυτιού του, αφού προηγουμένως είχε απειλήσει να σκοτώσει τον Γκoγκέν. Παρόλα αυτά  ο Γάλλος  ζωγράφος αν και έφυγε από την Άρλ προσπάθησε να αποκτήσει τους πίνακες του  Van Gοgh γιατί είχε δεθεί πολύ μαζί τους. Ο Van Gogh στις αρχές του 1889 άρχισε να δημιουργεί αντίγραφα για να ξαναπλησιάσει τον  Γκογκέν.
Λίγο μετά  εισάγεται στο ψυχιατρικό κέντρο του μοναστηριού του Αγίου Παύλου στον Σαιν Ρεμύ, όπου και παραμένει συνολικά για ένα περίπου χρόνο πάσχοντας πια από βεβαιωμένη κατάθλιψη. Κατά την παραμονή του εκεί, συνεχίζει να ζωγραφίζει. 

Τον Ιούλιο του 1890, ο Van Gogh  εμφανίζει συμπτώματα πιο  έντονης κατάθλιψης και τελικά αυτοπυροβολείται στο στήθος στις 27 Ιουλίου ενώ πεθαίνει δύο ημέρες αργότερα.

ΠΗΓΕΣ:
National Geographic history, Van Gogh
https://www.patris.gr/2017/08/14/panagia-mou-archontissa-tou-topou-mou-ke-olis-tis-elladas/

Wikipedia, org




Δημοσιεύτηκε στο Cretalive.gr στις 18 Αυγούστου 2017:http://www.cretalive.gr/opinions
Δημοσιεύτηκε στην ΠΑΤΡΙΣ στις 19 Αυγούστου 2017